Ὃπως την Ὀμορφιά

. .

Αυτό το χάρισμα ! Το χάρισμα της ζωής. Όπως την ομορφιά των άγραφων σελίδων ενός τετραδίου. Χωρίς ακόμη φθορά. Τόσο όμορφο. Απορρέωντας δέος. Για εκείνους που μπορούν να νιώσουν το μεγαλείο του. Για εκείνους που είναι ικανοί να νιώσουν τη μεγαλοπρέπειά του.

Αυτό το χάρισμα !
Το χάρισμα της ζωής.
Όπως την ομορφιά των άγραφων σελίδων ενός τετραδίου.
Χωρίς ακόμη φθορά.
Τόσο όμορφο.
Απορρέωντας δέος.
Για εκείνους που μπορούν να νιώσουν τη λαμπρότητά του.
Για εκείνους που είναι ικανοί να νιώσουν την εξαιρετικότητά του.

χ ά ρ ι σ μ α: παν το χαριζόμενον, το διδόμενον δωρεάν, δωρεά, δώρον, εύνοια
> χάρις: εξωτερική χάρις, θέλγητρον, ερασμία όψις, αξιέραστος εμφάνισις // επί πραγμάτων, γοητεία, αίγλη
// εσωτερική χάρις, εσωτερική εύνοια, αίσθημα του ενεργούντος την χάριν (ως καλοσύνη, εύνοια, ευμένεια, ευεργεσία). είτε του δεχομένου ταύτην (ως ευγνωμοσύνη, ευχαριστία): αμφότεραι αι έννοιαι εν τη αυτή φράσει η χάρις χάριν φέρει=η ευεργεσία φέρει (έχει ως αποτέλεσμα) την ευγνωμοσύνη [και ‘γώ θα πρός-θετα, “η ευχαριστία φέρει (έχει ως αποτέλεσμα) την εύνοια”, επίσης]
> εύνοια: (ευ + νοέω) καλή διάθεσις, ευμένεια, φιλοφροσύνη
> νοέω: παρατηρώ τι διά των οφθαλμών αλλά κατά τοιούτον τρόπον, ώστε συγχρόνως κάμνω την διάκρισιν (του ορωμένου από άλλων ομοίων) διά του νου (διά της σκέψεως), νοερώς παρατηρώ. διακρίνεται δηλ. από το απλούν ορώ, το οποίον αφορά την σωματικήν αίσθησιν της οράσεως σημαίνον “βλέπω διά των οφθαλμών” όπως δεικνύουν π.χ. αι ομηρ. φράσεις ουκ είδεν ουδ’ ενόησε=ούτε με τα μάτια του σώματος είδε, ούτε με τα μάτια της ψυχής παρετήρησεν // παρατηρώ
// σκέπτομαι// απολ. είμαι διατεθειμένος// όθεν προτίθεμαι, σκοπεύω, έχω κατά νουν
// καταλήγω εις συμπέρασμα, μηχανεύομαι, επινοώ, σχεδιάζω
// νομίζω, θεωρώ, πράγμα τι ως τοιούτον ή τοιούτον

φ θ ο ρ ά: φθορά, διαφθορά, παρακμή// καταστροφή, όλεθρος// ως. θνησιμότης, θάνατος // αποπλάνησις γυναικός, διαφθορά παρθένου, διακόρευσις
// ηθική διαφθορά, φαυλότης, αχρειότης, μιαρότης, κακοήθεια
> φθείρω: φθείρω, καταστρέφω, αφανίζω, διαφθείρω, διαρπάζω – παθ. φθείρομαι,καταστρέφομαι, απόλλυμαι // εν τω παθ. απί “καραβοτσακισμένων” ανθρώπων, εξοκέλλω, “πέφτω έξω”
// επί ανθρώπων, φονεύω, σκοτώνω, καταστρέφω// διαφθείρω διά χρημάτων, δεκάζω, δωροδοκώ// επί γυναικών, παραπλανώ, “ξεμυαλίζω, ξελογιάζω” – παθ. φονεύομαι, καταστρέφομαι, φθίνω, “λυώνω”, κατατήκομαι
Ετυμ.: σανσκρ. ksαrati (τρέχω, εκρέω, εξοδεύομαι, φθείρομαι), ksalayati (εξυψώνω τινά αποπλύνων τας αμαρτίας του)

α π ο ρ ρ έ ω: ρέω, χύνομαι, εξω από// απολ., εκρέω αφθόνως, επί αιματος π.χ. // πίπτω από τινος κάτω, εκπίπτω, αποπίπτω, ως οι καρποί κλπ. // φθείρομαι, χάνομαι, λυώνω, αφανίζομαι

δ έ ο ς: φόβος, τρόμος, ανησυχία, εκφοβισμός
// σέβας, σεβασμός
> δείμα > δείδω
> δείδω: φοβούμαι // είμαι περίφοβος, φοβούμαι μη…, φοβούμαι μήπως…, φοβούμαι μήπως δεν… // φοβούμαι να πράξω τι // δείδω περί τινι=είμαι επρίφροντις, είμαι ανήσυχος, αγωνιώ, δια τι(να)
> σέβας: αίσθημα ανάμεικτον εκ σεβασμούκαι φόβου // γενικώς, σέβας, σεβασμός, προσκύνισης, λατρεία, μεγάλη τιμή, εκτίμησις
// το αντικείμενον του σεβασμού, μεγαλείο, μεγαλοπρέπεια, αγιότης, ιερόνπράγμα // αντικείμενον θαυμασμού, θαύμα
// τιμή απονεμομένη τινα
> σέβομαι: αισθάνομαι σεβασμόν ή φόβον και συστολήν ενώπιον του θεού [θείου], αισθάνομαι θρησκευτικόν φόβον, αιδούμαι, εντρέπομαι, ευλαβούμαι // λατρεύω, απονέμω μεγάλην τιμήν ή μέγαν σεβασμόν προς τινα
> σέβω: λατρεύω, τιμώ, ευλαβούμαι, θρησκεύομαι
Ετυμ.: κυρ. σημ. “οπισθοχωρώ ενώπιον τινος”
> ευλάβεια: η διακριτικότης, σ΄θνεσις, επιφυλακτικότης, προσεκτικότης, προσοχή
> ευλαβέομαι: είμαι προφυλακτικός, επιφυλακτικός,προσεκτικός είμαι διακριτικός, προε΄χω – έχω μέριμναν (φροντίδα, “εγνοια”) διά τι, προσέχω, φοβούμαι
// μετ’ αιτ. προφυλάσσομαι από τι // καιροφυλακτώ διά τι, αναμένω ησύχως
> ευλαβής (ευ + λαβείν): ο λαμβάνων τι εις χείρας μετά προφυλάξεως, προσεκτικός, διακριτικός, επιφυλακτικός // ο φοβούμενος τους θεούς, ευσεβής, θεοσεβής

ι κ α ν ό ς: κατάλληλος, αρμόδιος
// επί προσώπων, αρκούντως ισχυρός να πράξη τι// απολ. σημαντικός, ευπόληπτος, ανεκτός
// επί πραγμάτων, προς έκφρασιν του ποσού, ικανός, αρκετός, επαρκής// αρκετά μέγας, αρκετά ευρύχωρος, αρκετά μακρός
> ικνέομαι: έρχομαι// έρχομαι εις …, φθάνω εις… // έρχομαι ως ικέτης προς τινα, ικετεύω, παρακαλώ τινα // ως απρόσ. εν τω εν. και πρτ., συνών.:τω προσήκει αρμόζει, ταιριάζει, είναι πρέπον:τους μάλιστα ικνέεται=αυτούς προ πάντων ενδιαφέρει (αφορά)// το ικνευμένον=το αρμόζον, το πρέπον, το κατάλληλον, το καλόν

ν ι ώ θ ω: [γιγνώσκω]  (ένιωσα) καταλαβαίνω, εννοώ // αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις, αισθάνομαι // συναισθάνομαι // γνωρίζω

μ ε γ α λ ο π ρ έ π ε ι α > μεγαλοπρεπής (μέγας + πρέπω)
> πρέπω: είμαι διαυγέστατα ορατός ή ακουστός, είμαι περίοπτος, είμαι πανταχόθεν καταφανής // διακρίνομαι (είμαι διακεκριμένος) εις τι πράγμα ή διά τινος πράγματος // διαπρέπω, διαλάμπω, εξέχω // γεν. είμαι σαφής, είμαι φανερός, είμαι ολοκάθαρος
// είμαι όμοιος, ομοιάζω, προσομοιάζω
// ως και νυν, [όπως και τώρα, σήμερα], πρέπει, αρμόζω, ταιριάζω, συμφωνώ // του πρέποντος=το αρμόζον, το προσήκον, ό,τι ταιριάζει, η αρμοδιότης, κοσμιότης, ευπρέπεια, λατ. decorum

ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ό τ η τ α > εξαιρώ (εξ + αιρέω)
> αιρέω: λαμβάνω διά της χειρός, παίρνω// δράττομαι, αρπάζω // αφαιρώ, αποκομίζω
// λαμβάνω τι υπό την εξουσία μου, κυριεύω, κατακτώ// υπερισχύω// φονεύω // συλλαμβάνω. πιάνω// κερδίζω με το μέρος μου// δελεάζω, παραπλανώ // γενικώς, κερδίζω, κτώμαι // ως αττ. δικανικός όρος, αποδεικνύω τινα ένοχον εγκλήματος τινος, επιτυγχάνω την καταδίκην του, αιρείν δίκην ή γραφήν=λαμβάνειν ψήφον προς καταδίκην του αντιπάλου, κερδίζειν την δίκην, δίκην αιρείν τινά=καταδικάζειν τινα διά δίκης // ο λόγος αιρεί (λατ. ratio evincit)=ο ορθός λόγος (ή η συζήτησις) αποδεικνύει
// συναρπάζω διά του νου, αντιλαμβάνομαι, κατανοώ
Ετυμ.: ετυμoλογικώς συνάπτεται υπό τινών προς το ελλην. ορμή. η βασική σημ. του αιρέω είναι “κινούμαι ζωηρώς προς τι”. κατά τους ιδίους [τα ίδια άτομα λένε ό,τι] προήλθεν εκ του ονόμ. *αίρα (πρβλ. σανσκρ. sirα=ποταμός) {ιαπ. =αφθονία}
> αίρα: η σφύρα (σιδηρουργού)
// το γνωστόν παράσιτον του σίτου

[Βιβλιογραφία:-
– Ιωάννου Δρ. Σταματάκου, “Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης”, 1990
– Τεγόπουλος – Φυτράκης, “Ελληνικό Λεξικό”, 1993]

. .

^ 2006, Μαρτίου 04

Care to comment ?

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...